judas mohawk

words for the deaf

Είμαι επαναστάτης επειδή ακούω punk ή ακούω punk επειδή είμαι επαναστάτης;

Παραφράζοντας λοιπόν τον Nick Hornby θέτουμε τη δεδομένη πλέον, άρρηκτη σύνδεση της μουσικής με κάθε πολιτική πράξη, προς όποια κατεύθυνση κι αν κινείται αυτή. Ιδίως στο σύγχρονο δυτικό μοντέλο, όπου ένα concept ιδεών και πληροφοριών, φέρει δορυφόρους του όλα αυτά τα αντίστοιχα στοιχεία διαφοροποιημένων πεδίων κουλτούρας, τα οποία συνθέτουν τη συνολική εικόνα μιας ιδεολογίας. Καθώς η τέχνη μιμείται τη ζωή και η ζωή παίρνει παράδειγμα από την τέχνη, αυτή η σχέση πολιτικής και μουσικής είναι αυτοδημιούργητη και αυτοτροφοδοτούμενη.

Στις φυτείες του αμερικάνικου νότου, ο οδηγητής σκλάβος έδινε τον ρυθμό «De nigger-trader got me» και οι εργάτες ακολουθούσανε «Oh, hollow..», για να αποφεύγονται μεν οι τραυματισμοί και να διαπιστώνει δε ο ιδιοκτήτης ότι οι εργασίες συνεχίζονται αδιάκοπα. Αυτά τα αφρικάνικης προέλευσης τραγούδια, μπολιάστηκαν σιγά σιγά με τις εκάστοτε συνθήκες σκλαβιάς αναλαμβάνοντας τον δύσκολο ρόλο της έκφρασης και της δημιουργίας μιας άτυπης παράδοσης, που θα γινόταν πολιτιστική και κυρίως κοινωνική κληρονομιά για τις μετέπειτα γενιές, «White man use whip / white man use trigger / but the bible and the jesus / made a slave of the nigger».

Μεγάλο άλμα στο χρόνο για να συναντήσουμε τους αστικούς καρπούς αυτής της κληρονομιάς, στις ρίμες των Public Enemy «So they fingered the trigger / Figured I was a bigger nigger» και στην αποτύπωση μιας υποβόσκουσας σκλαβιάς, πέρα από φυλές και κοινωνικές τάξεις. Πολύ πριν όμως το hip hop, οι εργατικές δυνάμεις  και τα συνδικάτα είχαν τον δικό τους ύμνο, στα λόγια της Florence Reece «Don’t scab for the bosses / Don’t listen to their lies / Poor folks ain’t got a chance / Unless they organize» του γνωστού «Which side are you on?» και από το 1931 και έπειτα, μια κιθάρα συνόδευε πάντα τις εργατικές συγκεντρώσεις, συχνά αυτοσχεδιάζοντας στιχάκια ανάλογα με τον σκοπό που έδινε το κίνημα. Η μουσική στο παρόν σημείο δεν αντιμετωπίζεται από τους κοινωνούς της ως μορφή τέχνης, αλλά καθαρά σαν απαραίτητο συνοδευτικό soundtrack των συγκεντρώσεων, σαν ένα αμιγές στοιχείο ταυτοποίησης.

Όταν ο Woody Guthrie ανέβηκε στη καρότσα ενός φορτηγού, με μια κιθάρα στην οποία αναγραφόταν η φράση «This machine kills fascists» (μια εποχή εξαιρετικά δύσκολη στις ΗΠΑ για οποιοδήποτε ψήγμα σοσιαλισμού ή κομμουνισμού) και εξέφρασε τις ανησυχίες των εργατών και ανέργων, με ποιητικές λέξεις και μουσική φρασεολογία, μόνο τότε διαπιστώθηκε με συγκίνηση από πολλούς, πως η μουσική μπορεί να είναι καθόλα πολιτική. Αν εξαιρέσει κανείς βέβαια μορφές εμβατηριακής μουσικής που χρησιμοποιήθηκαν κατά κόρον από κάθε είδους καθεστώτα ανά την υφήλιο. Ο Bob Dylan στο Desolation Row ξεκινάει με τη φράση «They’re selling postcards of the hanging» μιλώντας κατευθείαν για το φλέγον θέμα του ρατσισμού, όντας ο ίδιος λευκός, παίρνοντας θέση απέναντι σε μια εξ ολοκλήρου διαστρεβλωμένη και νοσηρή κοινωνική δομή, πράξη ιδιαίτερα επαναστατική στην ουσία της, τηρουμένων των χρονικών αναλογιών.

Εκείνη τη στιγμή οι μελετητές της μουσικής γίνονται μάρτυρες της έντονης πολιτικοποίησης της και οπισθοδρομούν για να βρουν τις ρίζες της ιδιόμορφης -για τότε- σχέσης. Με την αποδοχή αυτή, το μουσικό κίνημα συνειδητοποιεί τη δύναμη που κρύβουν οι λέξεις συνοδεία μουσικής και αναδρά άμεσα με ένα ισχυρό feedback, το οποίο οδηγεί στην έντονη ιδέα της ελευθερίας, τη σεξουαλική απελευθέρωση και την αντίδραση σε οτιδήποτε κατεστημένο. Έτσι με τη σειρά της πυροδοτεί νέες συγκρούσεις μεταξύ των τάξεων, οι οποίες πέρα από οικονομικές διαφορές έχουν επιπρόσθετα και πολιτιστικές διαφορές. Εκτός ΗΠΑ, στη γειτονική Τζαμάικα, οι ρασταφάρι έχουν ήδη συνδεθεί ξανά με τις αφρικάνικες καταβολές τους και η θρησκευτική υμνωδία στον Σελασιέ, διαμορφώνεται σε αυτό που γνωρίζουμε ως reggae, μέσα από την ska και μετά την rocksteady. Η ειδοποιός διαφορά στη δυγκεκριμένη περίπτωση είναι ότι οι θρησκευτικές πεποιθήσεις είναι αυτές που ωθούν στην άρνηση του υλισμού και στην αποζήτηση κοινωνικής ισότητας, όπως π.χ. στην περίπτωση του Apartheid ή την ιστορική στιγμή όπου οι πολιτικοί αντίπαλοι Michael Manley και Edward Seaga, δίνουν τα χέρια μετά από σκηνής πρόσκληση του Bob Marley.

Η δεκαετία του ’60 λοιπόν καθιέρωσε τη μουσική σα μέσο πολιτικής έκφρασης. Πότε όμως καθιερώθηκε ποια μουσική μπορεί να γίνει μέρος της πολιτικής κουλτούρας και υπό ποιό πρίσμα αυτό ήταν αποδεκτό; Προφανώς η ντίσκο δε θα μπορούσε να αναλάβει ένα τέτοιο ρόλο και γι’αυτό γεννήθηκε αυτόματα το punk. Αλλά πολλοί θεώρησαν ιδιαίτερα οξύμωρο και ανειλικρινές που το punk ήταν βυθισμένο στις καταχρήσεις, την ίδια στιγμή που κατέκρινε τη κυβερνητική πολιτική, όταν ήταν ήδη γνωστό πως το μεγάλο κύμα των ναρκωτικών τη δεκαετία ’65-’75, το διοχέτευσαν στην αγορά οι κυβερνήσεις, με άμεσο σκοπό τη σίγαση της πολιτικής συνείδησης. Απέναντι στο τρομακτικό πρόσωπο της punk έρχεται να σταθεί το σκληρότερο ναρκωτικό, με μακροπρόθεσμες και ουσιαστικότερες επιδράσεις. Το MTV. Ο πόλεμος πλέον δεν αφορά το σώμα, αλλά τη νοητική διεργασία, την αντίληψη και την οριοθέτηση του προσωπικού γούστου. Η γενιά που μεγάλωσε με το MTV, σήμερα γίνεται σχεδόν 30. Είναι η πρώτη γενιά με εξ ολοκλήρου σχηματοποιημένη άποψη για τη μουσική, πακεταρισμένη και έτοιμη προς κατανάλωση από τα ΜΜΕ και το μεγάλο έργο του MTV, παίρνει σιγά σιγά σάρκα και οστά. Κάπου εδώ πρέπει να επισημάνουμε τη λεπτή γραμμή που διαχωρίζει τη συνωμοσιολογία με το πολιτικό σχέδιο και να παραμείνουμε στη μεριά του δεύτερου.

Η τηλεόραση λοιπόν, άρχισε να λέει την άποψή της για τη μουσική και η μουσική που μιλάει άσχημα για την τηλεόραση δεν είχε σαφώς ποτέ θέση απέναντι στο φιλοθέαμον και αποσβολωμένο κοινό. Άρα ούτε το MTV μπορούσε να αναλάβει το ρόλο της επαναστατικής παντιέρας, γιατί ήταν εξ αρχής εκεί, για να παίξει τον αντίθετο ρόλο. Την δεκαετία που η Thatcher βυθίζει τη Βρεταννία στη μιζέρια, συνεχίζει τις αψιμαχίες με Ιρλανδία και Φώκλαντς, που ο Reagan παίζει ακόμα το χαρτί του Ψυχρού Πολέμου και της θεοσεβούμενης πατριαρχικής κοινωνίας, εκεί κάπου δημιουργείται ένας πυρήνας μουσικής του οποίου ο χαρακτήρας θα παραμείνει ως τις μέρες μας. Το underground. Έως τότε, όποιος έπιανε μουσικό όργανο, είχε σκοπό να κάνει κάτι μ’αυτό. Όταν το MTV θεοποίησε την εικόνα του μουσικού, η γενικότερη απογοήτευση λόγω μη πραγμάτωσης ενός τόσο άπιαστου ονείρου, οδήγησε πάλι στην αληθινή φύση του να παίζεις μουσική : την έκφραση. Ο πειραματισμός, ο θόρυβος, το άφοβο μπλέξιμο ειδών (είτε συνειδητά, είτε λόγω άγνοιας των ειδών) σχημάτιζαν την εικόνα της απενεχοποίησης και της ειλικρινούς κατάθεσης ψυχής, σε κάτι που προσέδιδε ομοιογενή αγάπη για κάτι κοινό. Εκεί ακριβώς, τη δεδομένη αυτή στιγμή, η επαναστικότητα συνδέθηκε άρρηκτα και σχεδόν ανεπαίσθητα, με την άναρχη δημιουργικότητα του underground, το οποίο σα λερναία ύδρα, όσα κεφάλια και να έκοβε προς θρέψη του το MTV, φυτρώνανε άλλα δύο στη θέση του. Η παραίτηση των ονείρων, ήταν σωτήρια για την εν τέλει πραγμάτωσή τους. Το παιχνίδι όμως χάνεται λόγω της ίδιας της φύσης του underground, που όπως αποκαλύπτει ευθαρσώς ο όρος, προτιμά να παραμένει μακριά από αδιάκριτα βλέμματα και τα ΜΜΕ δανείζονται την εικόνα του και παίζουν σε άδειο γήπεδο.

Η εμπορική εικόνα της επαναστατικής ιδεολογίας σαφώς και δεν έχει καμμία σχέση με την ίδια την ηθική στάση ενός «επαναστάτη». Το μεγάλο στοίχημα για τα ΜΜΕ ήταν να ενστερνιστούν τις ανησυχίες και να φορέσουν το προσωπείο της κοινωνικοπολιτικής συνείδησης, ανατροφοδοτώντας το σύνολο ιδεών με εμβόλιμες ενέσεις καθοδηγητικής ηθικής. Τουτέστιν, δε ντύνομαι πρόβατο για να εισέλθω στο κοπάδι, αλλά σας πείθω ότι εγώ δεν είμαι λύκος. Εν μέρει έχει πετύχει, αν αναλογιστεί κανείς ότι από κάποιον με σαφείς πολιτικές θέσεις, θα περιμέναμε να ακούει και την ανάλογη μουσική. Δε θα ξένιζε τον οποιονδήποτε, αν κάποιος δήλωνε αναρχικός και η μουσική του παιδεία περιοριζόταν στα smash hits της χρονιάς και κάποιες ραδιοφωνικά αυνανιστικές μελωδίες; Αυτό συμβαίνει γιατί στην ουρά της εκάστοτε πολιτικής κουλτούρας, κρύβεται ένα «σύννεφο» συνοδευτικών πληροφοριών, όσον αφορά τουλάχιστον την τέχνη. Πολλοί θα αντιδράσουν σε αυτό, λέγοντας πως η επιλογή της τέχνης και η δημιουργία του γούστου, αφορά όπως και η πολιτική συνείδηση, τη νοημοσύνη του καθενός, αλλά αυτό θα ήταν μια τεράστια παγίδα και επικίνδυνη πορεία προς τον κοινωνικό ρατσισμό, γιατί θα έθετε εμμέσως βαθμίδες νοημοσύνης στην τέχνη με αντιστοιχία στην πολιτική. Το σχεδόν αστικού μύθου διάστασης γεγονός ότι ο Mengele άκουγε Bach και Mozart πριν προχωρήσει σε οποιαδήποτε θηριωδία, δεν τον απενεχοποιεί ούτε από τις ανθρωπιστικές, ούτε από τις επιστημονικές, αλλά ούτε από τις πολιτικές του επιλογές. Αναλογιστείτε για λίγο πόσο οξύμωρο μας φαίνεται, επειδή ακριβώς υποβόσκει η αίσθηση συμμετρικής αντιστοιχίας τέχνης και πολιτικής.

Ο διαχωρισμός των δύο είναι σχεδόν ακατόρθωτος. Ο άνθρωπος δημιούργησε τις κοινωνίες όντας μιμητικό ον και σαφώς δε θα πάψει ποτέ να είναι. Αναλαμβάνοντας κάποιον ρόλο μέσα στο κοινωνικό πλέγμα, επιφορτώνεται με το manual αυτού του ρόλου, χτίζοντας στωικά την εικόνα την οποία θα χρησιμοποιήσει με σκοπό να προσαρμοστεί στο περιβάλλον μοτίβο. Η πραγματικά επαναστατική συνοχή ιδεών, θα είναι πλήρως απελευθερωμένη από αναμενόμενες συμπεριφορές, οι οποίες με τη σειρά τους γεννούν στείρες σκέψεις. Αν κάποιος διατείνεται πως μάχεται για την κοινωνική ισότητα, οφείλει πρώτα, να αποδομήσει εξ ολοκλήρου τα υποσυνείδητα ταμπού και να αφεθεί στην ευτυχία της έκπληξης, στη προσμονή του καινούριου, στον επαναπροσδιορισμό της φαντασίας. Στην εξουσία ή μη.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Information

This entry was posted on Κυριακή, 11 Δεκέμβριος, 2011 by in Articles,Music and tagged , , , , .

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: