judas mohawk

words for the deaf

Και πάμε πάλι

Τον Αύγουστο δεν υπήρχαν ειδήσεις. Οι αριστεροί απολάμβαναν τις απόμακρες και εναλλακτικές παραλίες και οι φασίστες βγάζανε τα νεύρα τους στα μαυρισμένα από τον ήλιο κορμιά. Οι δημοσιογραφίσκοι πάνω σε κότερα τρίτων, βιντεοσκοπούσαν τις πίπες, που τους παίρνανε φιλόδοξες κοπελίτσες. Οι καρκινοπαθείς πήραν νουμεράκι για το νεκροτομείο την ώρα που οι εμπρηστές αφήνονταν ελεύθεροι. Τα μπουζούκια αλλάζουν το πρόγραμμα τους συνέχεια και νέες πιο γυαλιστερές αφίσες κοσμούν τις στιβαγμένες στάσεις των λεωφορείων. Μπινελίκια απ’το πουθενά προς το πουθενά και μια ξόφαλτση χριστοπαναγία μετά το χαλασμένο φανάρι, η οποία χριστοπαναγία μαθαίνω είναι πλεόν το δημοσιονομικό μέτρο για εξυγίανση του κράτους. Η επιστροφή από το εξωτερικό μετά από 4 σχεδόν μήνες με έχει γονατίσει.

Ταξίδι πίσω στο χρόνο, γιατί μα την αλήθεια, είχα ξεχάσει σε τι μεσαίωνα ζούσα. Είναι καλύτερα να μη φύγεις ποτέ από δω, γιατί η επανασύνδεση με την καθημερινότητα τσακίζει το «είναι» σου. Ποιος ενοχικός μαλάκας, κρύβεται στα γρήγορα βήματα των περαστικών και γιατί τα γουρούνια βγάλαν τις μάσκες και φορέσαν γραβάτες; Πως θα καταφέρουν να αποκτήσουν δικαιώματα οι ποδηλάτες, όταν οι υπόλοιποι οδηγούν σα καμικάζε; Τι να σου κάνει το σταυροκόπημα από μεσήλικες έξω από κάθε ναό του χρήματος και γιατί το Mad TV και MTV είναι σίγουρα ότι όλα πάνε κατ’ευχήν, γεμάτα χρώμα, γαμιώντας τα μυαλά των πιτσιρικάδων με κοιλιές φέτες και άσπρα χαμόγελα και αν δεν είναι σίγουροι οι καναλάρχες, γιατι παίζουν με τη νοημοσύνη μας; Γιατί γελάμε ακόμα με το αστείο του βασικού μισθού, αφού πληρώνουμε τον μισό από αυτόν στο ταμείο και ιατρική περίθαλψη δεν υπάρχει; Πόσος καιρός πάει που είδατε γέρο στο δρόμο ή γυναίκα με καρότσι; Ο καφές δεν πίνεται και  η καθημερινότητα,  μας κάνει να νιώθουμε ότι ζούμε, σε γυάλινα κλουβια.

Μας επεξεργάζονται. Βγαίνουν φωτογραφίες με background τον κώλο μας. Πλακώνομαστε με τους άλλους για μια μπουκιά  που μας πετάνε μέσα από τις τρυπούλες στο τζάμι και γελάνε με τις γκριμάτσες μας. Μετά φεύγουνε και πάνε σε ένα γκράντε εστιατόριο για να κανονίσουν τι θα κάνουν το επόμενο σαββατοκύριακο και μεις μένουμε στο κλουβί. Τα φώτα σβήνουν, ο ύπνος μας παίρνει υπό τους ήχους της τσόντας που βλέπει ο φύλακας. Είμαστε στειρωμένοι πλέον και ξεχάσαμε τι θα πει καύλα.

Δεν έχουμε ιδέα τι πρέπει να κάνουμε. Κοιτάμε εκείνη τη γωνία, τοίχο-ταβάνι και το μόνο που σκέφτομαστε, είναι να καθαρίσουμε τις αράχνες. Κλείνομαστε πάλι, βυθίζομαστε σε μουσικές και λέξεις. Αυτές οι λέξεις μερικές φορές έρχονται και μας λένε “Δεν ξέχασατε τι θα πει καύλα, απλά την έχετε κρύψει μόνοι σας” και στον απόηχο μας πιάνει η δημιουργικότητά  απο το λαιμό κι ενω μας πνίγει, φωνάζει: Αναπνεύστε καριόληδες.

Γιαυτό και δεν απογοητεύομαστε.

Απλά τρομάζουμε λίγο που όταν κοιτάζοντάς σας, βλέπουμε εμάς.

Δεν υπάρχουν αργυρια ρε. Απλά το κάνουμε.
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Information

This entry was posted on Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου, 2012 by in Articles,Uncategorized.

Πλοήγηση

Αρέσει σε %d bloggers: